Ο πρωταγωνιστής της θεατρικής παράστασης Η Γυναίκα Με Τα Μαύρα και του σήριαλ Χαιρέτα Μου Τον Πλάτανο, μιλάει για κυριολεκτικά και μεταφορικά "μαγειρέματα".

Από Ελευθερία Κανακάκη
06 Δεκεμβρίου, 2021 @ 18:38
xalkias

Θα μου επιτρέψετε να παραβώ, αυτήν τη φορά, ένα δημοσιογραφικό “κανόνα” και να μη χρησιμοποιήσω το β΄ πληθυντικό, μιας και πρόκειται για έναν άνθρωπο που, εδώ και τρεις δεκαετίες, έχω την τιμή να γνωρίζω πολύ καλά.

Τον πρωτοσυνάντησα μόλις στην “έξοδό” του από το δυναμικό του Εθνικού Θεάτρου και έκτοτε, καταφέρνει να με εκπλήσσει, όποτε συνομιλούμε επαγγελματικά. Με τη δομή του λόγου, τη σφαιρικότητα των γνώσεων και των
ενδιαφέροντων του, το πνεύμα, το “βρετανικό” χιούμορ του, τη σεμνότητα ως προς την 50άχρονη πλέον πορεία του, τον τρόπο που αντιμετωπίζει -και αφήνει χώρο- στους νεότερους… Ο Τάσος Χαλκιάς είναι, από θέση, πολύ καλός φίλος και, από άποψη, εξίσου ευγενικός, όμως, “δε χαρίζεται”. Κι είναι αυτό ακόμα ένα χαρακτηριστικό του, που το έχει κερδίσει με… το σπαθί του!


Ας ξεκινήσουμε από την πρόσφατη “έκρηξή” σου προς παρουσιάστρια τηλεοπτικής εκπομπής, όπου είπες: “Είδες τώρα, δεν μας έμεινε πολύς χρόνος και βιάζεσαι πάρα πολύ να με ξεπετάξεις. Καλό είναι και το μαγείρεμα και όλα αυτά, αλλά το θέατρο έχει πολύ μεγαλύτερη αξία.”
Το είπα, γνωρίζοντας βεβαίως ότι η παρουσιάστρια δεν ευθύνεται για το χρόνο που δίνεται σε κάθε καλεσμένο, γιατί θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει πιο δίκαιη κατανομή των θεμάτων σε μία πλουραλιστική κοινωνία. Υπάρχουν πολλές εστίες που μας πληροφορούν για τη μαγειρική, τη διατροφή, την άσκηση, την υγεία μας, ωστόσο, η πνευματική μας τροφή έχει τη μικρότερη μερίδα. Και δεν υποστηρίζω με αυτό ότι πρέπει να έχει τη μεγαλύτερη, αλλά ας έχει τουλάχιστον ισόποση. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να δει τηλεόραση, να ακούσει ραδιόφωνο, να πάει στο θέατρο, στον κινηματογραφο, σε μια συναυλία, τόσο για να ψυχαγωγηθεί όσο για να συντηρήσει και να “ανεβάσει” την πνευματική του δυναμική.


Εμείς, όμως, είμαστε, κατά κύριο λόγο, περιοδικό μαγειρικής, οπότε έχουμε…
περιέργεια για τις μαγειρικές σου ικανότητες. Μαγειρεύεις;

Μαγειρεύω με πολλή όρεξη, αλλά χωρίς να σπαταλάω χρόνο. Ξεκίνησα από ανάγκη, λόγω των συνεχών θεατρικών περιοδειών μου, σε όλη την Ελλάδα, ή για να κάνω οικονομία, κατέληξα όμως να μου αρέσει πολύ το μαγείρεμα, γιατί με φέρνει σε μία κατάσταση ψυχικής ηρεμίας. Πλέον, έχει εξελιχθεί σε έναν ευχάριστο εθισμό, αν και πάντα αγωνιώ για το αποτέλεσμα, γιατί θέλω να πετυχαίνει ό,τι κι αν καταπιαστώ! Μπορώ, πάντως, να υπερηφανευτώ ότι έχω αποκτήσει ειδίκευση στα φουρνιστά κρέατα και, γενικότερα, στο ψήσιμο και το μαγείρεμα όλων των κρεατικών.


Για εσένα, τι σημαίνει “καλό φαγητό”;
Το καλό φαγητό πρέπει να είναι απολαυστικό, αλλά και υγιεινό. Προσωπικά, δε με ενδιαφέρει να πηγαίνω από εστιατόριο σε εστιατόριο για να δοκιμάζω “γκουρμεδιές”. Προτιμώ, όταν βγαίνω, να πηγαίνω εκεί όπου ξέρω ότι χρησιμοποιούνται όσο το δυνατόν πιο αγνά υλικά, στις σωστές ποσότητες. Μόνο στο καλό κινέζικο φαγητό δεν μπορώ να αντισταθώ! Το οποίο με απαλλάσσει κι από το ψωμί •γιατί αλλιώς, να το κόψω, δεν μπορώ! Θέλω να πω πως πιστεύω ότι, η γαστρονομία, δεν είναι καθόλου παραπανίσια ενασχόληση. Όταν, όμως, γίνεται παραπανίσια απασχόληση, τότε ελλοχεύουν κίνδυνοι.


Βλέπεις να “μαγειρεύονται” πολλά γύρω μας;
Συνεχώς! Από τη διπλανή πόρτα μέχρι τη Βουλή. Και σπάνια έχουν τη νοστιμιά που έχει ένα καλό φαγητό. Το καλό μαγείρεμα απαιτεί καλή προετοιμασία, εδώ όμως, με απλές ή δύσκολες παρεμβάσεις, πολύ συχνά αλλάζουν τα “υλικά” κι όταν μας “σερβίρεται” το “κυρίως πιάτο”, είναι πλέον πολύ αργά! Ερχόμαστε συνεχώς μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα και, ασχέτως αν αποδεχόμαστε ή όχι τη μοίρα μας, σίγουρα βάσει αυτών που έχουν ήδη
αποφασιστεί, πορευόμαστε.


Επιστρέφοντας στην τηλεοπτική σου αντίδραση που έγινε… viral, είπες ότι “το θέατρο
ξεπερνά τα κοινωνικά θέματα”. Μπορεί να μας δώσει λύσεις, νομίζεις;

-Λύσεις πρακτικού χαρακτήρα, όχι! Από το θέατρο, καθένας παίρνει τα προσωπικά του ερεθίσματα, ανάλογα με τα στοιχεία που διαθέτει ως ιδιώτης, ως άτομο, ως μυαλό. Δε δημιουργεί “επαναστάσεις”. Ωστόσο, κάθε σημαντικό -κι όχι απλώς διασκεδαστικό- έργο, θέτει θέματα που, αργά ή γρήγορα, θα απασχολήσουν το θεατή και, οπωσδήποτε, θα αφήσουν “κάτι” μέσα του. Κι ίσως έτσι, κάποτε, δημιουργηθεί ένας μεγάλος “στρατός” βαθιά σκεπτόμενων ανθρώπων, που θα επιβάλλουν τις σκέψεις τους όχι με αιματοχυσίες, αλλά με την πειθώ.

jpg


“Η γυναίκα με τα μαύρα”, όπου πρωταγωνιστείς, απευθύνεται σαφώς σε “ψαγμένο”
κοινό.

-Πρόκειται για μυστηριακό θέατρο και, η αλήθεια είναι ότι, οι μεταφυσικές καταστάσεις, δεν είναι στο dna μας. Προέρχονται από τη σαξονική πλευρά της Ευρώπης, όπου ανέκαθεν είχαν μεγάλη “πέραση” οι θρύλοι και τα φαντάσματα. Οι Άγγλοι, για παράδειγμα, την παραμονή των Χριστουγέννων συνηθίζουν να μαζεύονται οικογενειακώς στο σαλόνι και να διηγούνται τέτοιες ιστορίες. Κάπως έτσι ξεκινά και το έργο της Σούζαν Χιλ (σε θεατρική διασκευή του Στίβεν Μάλατρατ) το οποίο, αν το παρακολουθήσεις με ιδιαίτερα διαλλακτική
ματιά, θα ανακαλύψεις μέσα του εξαιρετικά ενδιαφέροντα πράγματα!


Όλα αρχίζουν όταν ο συμβολαιογράφος Άρθουρ Κιπς, από το βικτοριανό Λονδίνο, απευθύνεται σε έναν ταλαντούχο ηθοποιό της εποχής, που ζει σε μία απομακρυσμένη, εξοχική έπαυλη, από τον οποίο ζητά να τον βοηθήσει στην αφήγηση της τρομαχτικής, αλλόκοτης και τραυματικής ιστορίας που σημάδεψε την ζωή του και τον οδήγησε στην απομόνωση. Δεν τον ενδιαφέρει να μάθει όλος ο κόσμος όσα βίωσε, παρά μόνο οι δικοί του
φίλοι και συγγενείς. Και, με αυτόν τον τρόπο, να βγάλει από μέσα του τις εφιαλτικές στιγμές και να ξαναβρεί “τη γαλήνη της ψυχής”.

Επί της ουσίας, είναι ένα μεταφυσικό ψυχολογικό θρίλερ, που θεωρείται πλέον “κλασικό” και που, στην Ελλάδα, ανεβαίνει για τέταρτη φορά, με μεγάλη καλλιτεχνική κι εμπορική επιτυχία! Και, για μένα, είναι ευτυχής συγκυρία ότι, το συμπλήρωμα των 50 χρόνων μου στη σκηνή, με βρίσκει συνεργαζόμενο με ένα νέο, πολύ ταλαντούχο συνάδελφο, τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη, και ότι μας σκηνοθετεί ένας επίσης νέος άνθρωπος, ο Νικορέστης Χανιωτάκης που, παρά την ηλικία του, γνωρίζει και σέβεται το θέατρο, εργάζεται σκληρά γι’ αυτό και δε “βάζει” το θέατρο να δουλεύει για πάρτη του.


Πολλοί νέοι ηθοποιοί πρωταγωνιστούν και στο “Χαιρέτα μου τον Πλάτανο”.

-Ω του θαύματος, το καστ περιλαμβάνει πλέον δέκα πολύ προικισμένα παιδιά, που συμβάλλουν ουσιαστικά στο να μιλάμε για την πιο καλοβαλμένη κωμωδία της ελληνικής τηλεόρασης, τουλάχιστον για τη φετινή χρονιά. Είναι μια καθαρή κωμωδία που, από κάτω, έχει μία συγκεκριμένη ιστορία, κι από εκεί παράγεται το γέλιο κι όχι μέσα από διάφορα “γκαγκς”. Γι’ αυτό και είμαι σίγουρος πως, αν παιζόταν σε κάποιο μεγάλο ιδιωτικό κανάλι, θα είχε ακόμα μεγαλύτερη θεαματικότητα, παρότι πηγαίνει ήδη πάρα πολύ καλά.


Πάντως, και το συγκεκριμένο σήριαλ, διαπραγματεύεται, με άλλον βέβαια τρόπο, τη
“γαλήνη της ψυχής”. Μπορούμε να τη βρούμε, πιστεύεις;

– Το να τη βρούμε είναι τόσο δύσκολο όσο και εύκολο. Κυριαρχεί μία φιλοσοφία στη σημερινή νεολαία, που λέει ότι πρέπει να μάθουμε να εκτιμούμε αυτά που έχουμε, να φιλοδοξούμε να αποκτήσουμε με έντιμα μέσα όσα θέλουμε και, αν κάποτε έρθουν και τα πλούτη, καλώς να έρθουν. Με άλλα λόγια, η νέα γενιά αρκείται και αρέσκεται σε ό,τι κατακτά, έτσι ώστε να μην κατηγορηθεί ποτέ ότι χρησιμοποίησε τολμηρά, αθέμιτα ή παραβατικά μέσα για να “ανέβει”, όπως έκανε η προηγούμενη κι η προ-προηγούμενη γενιά. Γιατί, μέχρι και τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, επικρατούσε ένας ακατάσχετος ανταγωνισμός, κάτω από το πρίσμα “τα θέλω όλα και τα θέλω τώρα”, που συχνά ξεπερνούσε τα όρια του αθέμιτου κι έφτανε στον “κανιβαλισμό”! Όμως, οι νέοι σήμερα είναι πιο συνετοί, ίσως και πιο συντηρητικοί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν εγκαταλείψει τον αγώνα. Αγωνίζονται, αλλά πιο ήπια και με άλλες ταχύτητες. Κι αν καταφέρουμε να κερδίσουμε ξανά την επικοινωνία μαζί τους, αν κλείσει η ψαλίδα ανάμεσα στον πατέρα και το γιο, το μορφωμένο και τον αμόρφωτο, αν μιλήσουμε όλοι μεταξύ μας πιο αληθινά, πιο ουσιαστικά και για τα πιο σημαντικά ζητήματα που μας απασχολούν, σίγουρα θα βελτιωθούμε, θα έρθουμε
ξανά κοντά με το συναισθηματικό μας κόσμο, θα φτάσουμε στη γαλήνη της ψυχής και -ποιος ξέρει;- ίσως και στην ευτυχία!

Η Γυναίκα με τα Μαύρα, της Σούζαν Χιλ, σε θεατρική διασκευή του Στίβεν Μάλατρατ στο Θέατρο Πειραιώς 131

ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
– Online στο viva.gr
– Από το ταμείο του θεάτρου:

Πειραιώς 131, Αθήνα 
Τηλέφωνο: 2103450922

H συνέντευξη του Τάσου Χαλκιά δημοσιεύτηκε το περιοδικό COOK που κυκλοφορεί το πρώτο Σάββατο κάθε μήνα μαζί με την εφημερίδα Παραπολιτικά, και μετά μόνο του στα περίπτερα.

Aκολουθήστε το Entertainment Weekly στα social media:
★ Facebook
★ Instagram
★ Twitter

Διαβάστε επίσης: