Το "Last Night in Soho" είναι η ποπ ταινία της χρονιάς.

Από Πάνος Μουζάκης
04 Νοεμβρίου, 2021 @ 10:30

Ο Βρετανός σκηνοθέτης Edgar Wright είναι γνωστό ότι αγαπάει και εκτιμά τον κινηματογράφο και τα είδη αυτού. Έτσι, με το “Last Night in Soho” παίρνει τον θεατή και τον ταξιδεύει πίσω στο χρόνο, συγκεκριμένα στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Το έργο ανήκει στο είδος του ψυχολογικού τρόμου, έχοντας στοιχεία από το θρίλερ και από το δράμα. Στην περίπου δίωρη διάρκειά του, μου άφησε ανάμεικτα συναισθήματα ως προς το περιεχόμενο της και το μήνυμά της όσο ελάχιστες ταινίες. Από πλευράς ψυχαγωγίας πετυχαίνει να διασκεδάσει τον θεατή, αλλά αφήνει και πολλά ερωτηματικά αν κατάφερε να προσφέρει κάτι ουσιαστικό…

Η Thomasin McKenzie πρωταγωνιστεί στο ρόλο της Eloise, της ηρωίδας της ιστορίας μας, ως η έφηβη κοπέλα που δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στο σημερινό Λονδίνο, κυνηγώντας το όνειρό της να γίνει σχεδιάστρια μόδας, όπως ήταν κάποτε η μητέρα της. Θέλοντας να βρει την ηρεμία της από τις υπόλοιπες ενοχλητικές συμφοιτήτριες της, μετακομίζει αλλού, μένοντας στο επάνω δωμάτιο ενός μεγάλου σπιτιού που νοικιάζει η ηλικιωμένη κυρία Collins (Diana Rigg). Η Eloise ακούγοντας στο δωμάτιο της τους αγαπημένους δίσκους βινυλίων της, μεταφέρεται ξαφνικά πίσω στο χρόνο, στο λεγόμενο “Swinging London” της δεκαετίας του ’60, περίοδο που λατρεύει και έχει επηρεάσει την προσωπικότητά της. Εκεί, γνωρίζει την ανερχόμενη τραγουδίστρια Sandie (Anya Taylor-Joy) και οι δυο κοπέλες αποκτούν ένα μυστηριώδη και μεταφυσικό δεσμό που σύντομα θα εκτροχιάσει την καθημερινότητά τους και θα φέρει στο φως μια ανεξιχνίαστη υπόθεση μυστηρίου και θα αλλάξει ριζικά τις ζωές τους.

Στο “Last Night in Soho”, ο Wright παίρνει για ηρωίδα μια κοπέλα, την Eloise, που έχει όλα τα στοιχεία που χρειάζεται ένας θεατής για να πάρει το μέρος της. Η σκοτεινή της πλευρά, που εκπροσωπείται στο έργο από την Sandie ως ένα αποτέλεσμα όλων των κρυφών επιθυμιών της, έρχεται σε σύγκρουση με τον εαυτό της για να μάθει, και αυτό αρέσει συχνά στο κοινό διότι επιτείνει την αγωνία για το αν η ηρωίδα θα καταφέρει τον στόχο της. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες της ταινίας εξυπηρετούν τον σκοπό τους – παρόλο που δεν εμφανίζονται στην οθόνη το ίδιο μεταξύ τους – και με τον τρόπο του ο καθένας πολύ εύστοχα λειτουργεί καταλυτικά στο μυστήριο της ταινίας.

Δεν αποτελεί έκπληξη που πάρα πολλοί δημιουργοί έχουν τοποθετήσει τις ιστορίες τους σε αυτή την χρονική περίοδο. Ίσως τα χρόνια εκείνα της δεκαετίας του ’60 μοιάζουν πιο ξένοιαστα, με την τεχνολογία να μην παίζει ακόμα καθοριστικό ρόλο στη καθημερινότητα των ανθρώπων. Η εποχή, βέβαια, στιγματίζεται στην ταινία ως μια περίοδος με πολλά μυστικά, που μένουν άλυτα μέχρι να δοθεί η λύση από το χώρο του φανταστικού. Η Eloise, πιθανότατα, να μην ήταν γραφτό να εξιχνιάσει την υπόθεση αν δεν αποφάσιζε να μείνει στο συγκεκριμένο σπίτι.

Η ηρωίδα μας έχει ανάγκη να “χαθεί” σε έναν κόσμο μακριά από το Λονδίνο του 21ου αιώνα. Τα ακούσματά της, όπως και το στιλ του ντυσίματός της, παραπέμπουν στα χρόνια της δεκαετίας του ’60. Είναι κατανοητό πως πρέπει να “ταξιδέψει” εκεί κάπως για να βρει τον εαυτό της. Στην ταινία, ο μοναδικός σύμμαχος της είναι ο John, ένα αγόρι της ηλικίας της, ο οποίος σε κάθε σκηνή που μοιράζονται αποτελεί το απαραίτητο comic relief. Σε ρόλους-έκπληξη συναντούμε τους Terence Stamp και Rita Tushingham, μεγάλοι και σπουδαίοι ηθοποιοί, άρρηκτα συνδεδεμένοι με το Λονδίνο εκείνης της περιόδου. Από το ηλικιακά νεότερο καστ, μου άρεσε επίσης ο αινιγματικός χαρακτήρας που υποδύεται ο Matt Smith, διότι ο χαρακτήρας του ισορροπεί ανάμεσα στα πρόσωπα που δεν ξέρεις με βεβαιότητα αν θα συμμαχήσει με την ηρωίδα μας.

Ο σκοτεινός κόσμος του θεάματος έρχεται στο προσκήνιο και διαλύει όλη την ρομαντική εικόνα που είχε το κοινό για τη δεκαετία αυτή. Το έχουμε ξαναδεί, φυσικά, αυτό σε παλαιότερες ταινίες, αλλά το προσπερνάω. Η μουσική εκείνης της περιόδου είναι αξεπέραστη, έχει μείνει ιστορικά και θα συνεχίσει να αποτελεί σημείο αναφοράς για όλους όσους ξέρουν και εκτιμούν την καλή μουσική. Ο Wright, ίσως, το συνειδητοποίησε αυτό και μπορεί και ο ίδιος να θέλει να μεταφερθεί σε εκείνη τη δεκαετία για να είναι κοντά στα πράγματα όταν γινόντουσαν την πρώτη φορά. Έπρεπε, μάλλον, να μη χρησιμοποιούσε το σενάριο –  που συνέγραψε με την Kristy Wilson-Kairns – για μια απλή ψυχαγωγία, αλλά θα λειτουργούσε πιο ολοκληρωμένα αν όντως ήθελε να κάνει μια καταγγελία και να πάρει την ιστορία του πιο σοβαρά. Ως ένα επίπεδο, τα πήγε πολύ καλά, αλλά από ένα σημείο και ύστερα το έργο ανακάτεψε πολύ τα είδη και ξέφυγε αφηγηματικά. Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος γιατί έγινε αυτό.

Ο σχεδιασμός παραγωγής καθ’ όλη τη διάρκεια είναι έξοχος και η πιστότητα στην εποχή πείθει. Το “Last Night in Soho” έχει εντυπωσιακά και πολύχρωμα visuals και έχει γίνει απίθανη δουλειά με τα σκηνικά και τα κοστούμια. Ως προς την ιστορία και την εκτέλεσή της, κάπου εκεί χάνει το μήνυμα της επειδή έχει μερικές ασάφειες. Μπορεί να έχει γίνει επίτηδες αυτό, δεν έχω ιδέα. Είναι προτιμότερο να μη σκαλίζουμε το παρελθόν των άλλων και να τους αφήνουμε στην ησυχία τους; Και αν πρόκειται αυτό να μας βοηθήσει και να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι; Όπως και να έχει, αυτά πάνω-κάτω συνέβησαν στο Σόχο και στην ταινία αυτή.

Κυκλοφορεί από τις 4 Νοεμβρίου στους κινηματογράφους από την Tulip.

Aκολουθήστε το Entertainment Weekly στα social media:
★ Facebook
★ Instagram
★ Twitter

Διαβάστε επίσης: