Η καινούρια σεζόν θα τον βρει με ξεχωριστές δουλειές στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο, αλλά και με μια υπόσχεση: η βραβευμένη «Κυρά της Ρω» να ξαναζωντανέψει θεατρικά. 

Από EW Staff
12 Αυγούστου, 2021 @ 10:00

Συνέντευξη στη Μαρένα Καδιγιαννοπούλου

Η καινούρια σεζόν θα τον βρει με ξεχωριστές δουλειές στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο, αλλά και με μια υπόσχεση: η βραβευμένη «Κυρά της Ρω» να ξαναζωντανέψει θεατρικά. 


Θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος, μυθιστοριογράφος. Τι είναι αυτό που σε ωθεί κάθε φορά να επιλέξεις το πώς θα κινηθείς στη συγγραφή σου;

Οι χαρακτήρες των ιστοριών, ο τρόπος που θέλουν οι λέξεις κι οι ιδιότητές τους να σκηνοθετηθούν. Δουλεύω για μεγάλα διαστήματα τη φωνή που χρειάζεται κάθε ιστορία για να ειπωθεί – και αυτό είναι στο τέλος που ξεκαθαρίζει αν μια ιστορία είναι ιδανική για μυθιστόρημα, για τη θεατρική σκηνή ή για την οθόνη. Η φωνή αυτή θα φέρει αργότερα και τις άλλες φόρμες και διασκευές, αρκεί να έχει κέντρο βάρους. Έτσι συνέβη και με το The History of Grains, που από τις σελίδες του αμερικανικού World Literature Today βρέθηκε να γίνεται θεατρικός μονόλογος στην Ελβετία.

Η συγγραφή είναι καταφύγιο για σένα;

Ήταν, για πολλά χρόνια, ιδίως την εποχή που ο κόσμος μου ήταν μόνο η σιωπή. Είναι όμως και κάτι πολύ σημαντικότερο από καταφύγιο. Με έκανε να καταλάβω τις δυνάμεις μου, να τις καλλιεργήσω και να συστηθώ. 

Είσαι ένας πολυβραβευμένος συγγραφέας που ζει τα τελευταία χρόνια στο εξωτερικό. Επαγγελματική ανάγκη ή ήταν για σένα μια εσωτερική επιλογή;

Και τα δύο.Ωρίμασα ως αγγλόφωνος συγγραφέας κυρίως τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης, όταν στην Ελλάδα είχαν τελειώσει για μένα οι ευκαιρίες μετά από χρόνια δουλειάς. Ξεκίνησα από είδη που ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα καταξιώσουν, με ανακάλυπταν αμερικανικά λογοτεχνικά περιοδικά μέσα από τα διηγήματά μου – και ήταν αυτά που έφεραν τα βραβεία και τις διακρίσεις. Είχα έναν σημαντικό μέντορα, τον αμερικανό συγγραφέα Ντέιβιντ Πλαντ, ο οποίος με πέταξε στα βαθιά και μου άλλαξε τους στόχους.

Θέλω να σταθούμε στο θεατρικό σου έργο, «Η Κυρά της Ρω», το οποίο αναφέρεται στην εμβληματική μορφή της γυναίκας, Δέσποινας Αχλαδιώτη, ένα έργο που αγαπήθηκε πολύ. Ποια ήταν η αφορμή της συγγραφής του συγκεκριμένου θεατρικού;

Ήθελα να μιλήσω για την ελληνική ιδιοσυγκρασία με έναν τρόπο που να μην είναι ούτε υπερφίαλος ούτε απολογητικός. Έζησα τον απόηχο της ελληνικής οικονομικής κρίσης στα μάτια των ξένων και ένιωθα απαραίτητη μια γέφυρα ανάμεσα στα στερεότυπά τους και τις αυταπάτες μας. Η Μπαξεβάνη αγαπούσε πολύ την Αχλαδιώτη και το 2015, έπειτα από χρόνια κουβέντας, ένιωσα ότι αυτό θα ήταν το επόμενο βιβλίο και θεατρικό μου.

Πιστεύεις ότι ο θεατρικός κύκλος με την «Κυρά της Ρω» έχει ολοκληρωθεί;

Νομίζω ότι έχει ακόμα μια μεγάλη διαδρομή, γιατί άγγιξε μια πανανθρώπινη αγωνία – το θάρρος του κακομοίρη να δώσει νόημα στη ζωή του σε πείσμα των σκοτεινών καιρών. Είναι συγκινητικό που το αναγνωστικό και θεατρόφιλο κοινό ανακαλύπτει ακόμα τη δουλειά αυτή. Το βιβλίο είναι ήδη στην τέταρτη χιλιάδα σε μια ζορισμένη εκδοτική πραγματικότητα, και η παράσταση δεν ολοκλήρωσε καν την περιοδεία στις ΗΠΑ και στην Αυστραλία λόγω της πανδημίας. 


Με τη Φωτεινή Μπαξεβάνη είχατε συναντηθεί θεατρικά και σε ένα άλλο ξεχωριστό θεατρικό σου, την «Εποχή του κυνηγιού». Νιώθεις ασφάλεια να συνεργάζεσαι με φίλους οι οποίοι είναι και πολύ καλοί συνεργάτες;

Πολύ μεγάλη ασφάλεια και γι’ αυτό το επιδιώκω. Οι καλοί συνεργάτες δεν είναι μόνο συναισθηματικά πολύτιμοι. Είναι η εγγύηση των μαγικών μας δυνάμεων. Η Φωτεινή άλλωστε είναι μία τόσο καλή ηθοποιός που ξέρεις ότι και το πιο ιδιότροπο κείμενο να της γράψεις, θα το ερμηνεύσει με κάθε της κύτταρο.

Φέτος τον χειμώνα, θα σε ξαναδούμε σε γνώριμα τηλεοπτικά μονοπάτια, καθώς υπογράφεις για το Mega, τη νέα δραματική σειρά, «Το αύριο μας ανήκει». Θα έλεγες πως είχες αφήσει ανοιχτούς λογαριασμούς με την τηλεόραση;

Έχω ανοιχτούς λογαριασμούς και αστείρευτη υπομονή. Το λέω πια με χιούμορ, γιατί έφυγα από την τηλεόραση πριν από 13 χρόνια, έχοντας μπει στη μαύρη λίστα συγκεκριμένων παραγωγών και υπεύθυνων προγράμματος. Τώρα πλέον όλα μου φαίνονται εύκολα, γιατί η τηλεόραση δεν αποτελεί πλέον τον κορμό της δουλειάς μου. Η απόδειξη είναι ότι στο παρελθόν δεν θα αναλάμβανα ποτέ μια καθημερινή σειρά. «Το αύριο μας ανήκει» όμως είναι μια πρόκληση, την οποία ανέλαβα λόγω κάποιων συντελεστών που εμπιστεύομαι.

Από την τηλεοπτική σειρά, «Η Επιφάνεια» με την οποία μας συστήθηκες το 2001, έως σήμερα τι είναι αυτό που δεν έχεις αλλάξει στον Γιάννη ως σεναριογράφο;

Την αγάπη μου να βουλιάζω στον ανθρώπινο χαρακτήρα, στα καλά και στα απογοητευτικά κομμάτια του, στον ιδιαίτερο κόσμο που δημιουργείται από τη συνύπαρξή τους. Άλλαξα όμως και πολύ γιατί αποδέχτηκα το ότι στο τηλεοπτικό σενάριο ο τελευταίος που έχει λόγο, είναι ο σεναριογράφος. Είναι μια διαδικασία παραγωγής στην οποία πρέπει να έχουν λόγο πολλοί συντελεστές και υπεύθυνοι (κάποιους από τους οποίους μπορεί να εκτιμάς και να εμπιστεύεσαι και κάποιους όχι).

Στο επόμενο επαγγελματικό σου πλάνο βρίσκεται και το σενάριο για μια ξένη ταινία. Πώς γεννήθηκε αυτή η συνεργασία και τι ακριβώς θα δούμε στη μεγάλη οθόνη;

Πρόκειται για μια πολύ τρυφερή ιστορία για μανάδες και κόρες, για ανθρώπους που διασχίζουν ωκεανούς και ηπείρους με μοναδικό κίνητρο την αγάπη και την απώλεια. Το «Road Narrows» της Φαίη Λέλιος είναι μία συμπαραγωγή της Ελλάδας με τον Καναδά, τις ΗΠΑ και την Ισπανία, και με ένα ζηλευτό καστ ηθοποιών και συντελεστών. Ήξερα από την Ελληνίδα παραγωγό, την Αντιγόνη Γαβριατοπούλου, για αυτή τη δουλειά. Η Λέλιος ήρθε στην παράστασή μου στο Λος Άντζελες και διάβασε κάποια διηγήματά μου. Κάποια στιγμή στις αρχές της πανδημίας επικοινώνησε μαζί μου και μου πρότεινε να συνεργαστούμε στο σενάριο της ταινίας αυτής. 

Απολαμβάνεις κάθε συνεργασία σου το ίδιο;

Όταν πρόκειται για συνεργάτες που εμπιστεύομαι και εκτιμώ, ναι, τις απολαμβάνω. Οι υπόλοιπες συνεργασίες είναι γυμνάσια και πολεμικές ασκήσεις-ένα άλλο είδος απόλαυσης, για να εξασκείς την ετοιμότητα και τις αποδόσεις σου.

Τελειώνοντας θα ήθελα να σταθώ στο εξής: Έχεις τιμηθεί ως συγγραφέας από κορυφαία ιδρύματα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Βραβεύτηκες το 2018 από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο με το βραβείο, Editors Prize in Prose για το διήγημα, «How to draw human figures». Επίσης, θεατρικά σου έργα έχουν παρουσιαστεί σε σκηνές της Νέας Υόρκης και της Ζυρίχης. Έχεις καταφέρει να ξεχωρίσεις κρατώντας όμως όλα αυτά τα χρόνια ένα χαμηλό προφίλ. Γιατί δεν επιλέγεις την προσωπική σου εξωστρέφεια;

Η εξωστρέφεια είναι ένα υπέροχο προσόν και την θαυμάζω. Στη δική μου ζωή δεν ήταν θέμα επιλογής, γιατί δεν ήξερα ποτέ πώς να την διαχειριστώ. Μου δημιουργούσε ή αμηχανία ή ενοχές. Ευτυχώς όμως είναι «εξωστρεφής» η ίδια μου η δουλειά. Δεν είμαστε μόνο οι επιλογές μας. Είμαστε τα κομματάκια της ακεραιότητάς μας, όταν όλα χαλάνε και διαψεύδουν τις καλές μας προθέσεις. Είμαστε οι αρχές μας, όταν προσφέρουμε στους άλλους αυτό που δεν μας πρσφέρθηκε. Αυτές οι ασήμαντες λεπτομέρειες είναι που συνθέτουν τη γενναιότητα μας. Και όσο πιο ικανοποιημένος είσαι με τα βήματά σου, τόσο πιο γενναιόδωρος μπορείς να γίνεις.

Aκολουθήστε το Entertainment Weekly στα social media:
★ Facebook
★ Instagram
★ Twitter

Διαβάστε επίσης: